corn gmostop.org ΔΙΚΤΥΟ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΑ ΜΕΤΑΛΛΑΓΜΕΝΑ stop gmo

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Και μεταλλαγμένα ποντίκια

16.01.2009

Τους αφαίρεσαν ένα ειδικό μόριο από τα κύτταρα ώστε να μην είναι σε θέση να αντιληφθεί τη γλυκιά γεύση των τροφών

Η κρυφή γοητεία των θερμίδων

Του ΣΠΥΡΟΥ ΜΑΝΟΥΣΕΛΗ

Πρόσφατες έρευνες αποκαλύπτουν ότι οι πλούσιες σε θερμίδες τροφές επηρεάζουν σημαντικά την ανάγκη μας για φαγητό, και μάλιστα ανεξάρτητα από το πόσο νόστιμο είναι αυτό. Μέσω μιας δόλιας στρατηγικής, οι παχυντικές τροφές προσεταιρίζονται τους εγκεφαλικούς μηχανισμούς που ρυθμίζουν τις διατροφικές μας συνήθειες και μας ωθούν στο να καταναλώνουμε περισσότερη τροφή από όση πραγματικά χρειαζόμαστε. Και οι συνέπειες γίνονται άμεσα αντιληπτές από… τη ζυγαριά μας.

Την περίοδο των εορτών, και όχι μόνο, οι περισσότεροι από εμάς έχουμε την τάση να αποκλίνουμε από τις καθημερινές διατροφικές μας συνήθειες. Το χριστουγεννιάτικο ή πασχαλινό τραπέζι σχεδόν μάς επιβάλλει να περιδρομιάζουμε πλήθος δελεαστικών και θερμιδικά πλούσιων εδεσμάτων. Δυστυχώς, η αποκλειστική κατανάλωση τροφών πλούσιων σε θερμίδες δεν περιορίζεται καθόλου στις λίγες ημέρες των εορτών, αλλά αποτελεί καθημερινή πρακτική για ένα πολύ μεγάλο αριθμό ατόμων, ανεξαρτήτως ηλικίας και φύλου. Το επιπλέον βάρος και η παχυσαρκία, που αναπόφευκτα προκύπτουν από την υπερκατανάλωση «ανθυγιεινών» τροφών, θεωρούνται σήμερα οι βασικοί υπαίτιοι των εγκεφαλικών επεισοδίων, της υπέρτασης, του διαβήτη, ακόμη και κάποιων μορφών καρκίνου. Στις μέρες μας, λοιπόν, ένας υψηλός Δείκτης Μάζας Σώματος (Body Mass Index) δεν αποτελεί απλώς μια αθώα παρέκκλιση από τα σύγχρονα πρότυπα ομορφιάς, αλλά θεωρείται και η κύρια αιτία της εμφάνισης διάφορων σοβαρών παθήσεων.

Η επιδημία παχυσαρκίας, που τα τελευταία χρόνια πλήττει ένα όλο και μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού των οικονομικά αναπτυγμένων κοινωνιών, έχει οδηγήσει τους ερευνητές στην αναζήτηση του πώς ακριβώς ο εγκέφαλός μας ρυθμίζει τις διατροφικές μας συνήθειες. Γιατί, συνήθως, έχουμε την τάση να τρώμε περισσότερο απ’ όσο χρειαζόμαστε; Και ποιος βιολογικός μηχανισμός καθορίζει πόσο πρέπει να φάμε και πότε πρέπει να σταματήσουμε;

Από καιρό είναι γνωστό στους ειδικούς ότι το σύνθετο παιχνίδι της επιθυμίας και της πρόσληψης τροφής καθορίζεται κυρίως από δύο νευροβιολογικούς μηχανισμούς. Ο πρώτος ελέγχει την ανάγκη μας για τροφή, ενώ ο δεύτερος ρυθμίζει την επιθυμία για τροφή.

Επίσης, από καιρό είναι γνωστό ότι ο ομοιοστατικός μηχανισμός που ρυθμίζει καθημερινά τη δίαιτά μας βρίσκεται στα βάθη του εγκεφάλου και συγκεκριμένα στον υποθάλαμο. Αυτή η εγκεφαλική δομή του διάμεσου εγκεφάλου -βρίσκεται ακριβώς κάτω από τον θάλαμο- ρυθμίζει τις περισσότερες ενδοκρινικές και σπλαχνικές λειτουργίες του οργανισμού. Στον υποθάλαμο φτάνουν τα σήματα που μεταφέρουν πληροφορίες από το πεπτικό σύστημα (μεταβολικές ενδείξεις) και αυτός, αφού αξιολογήσει και συσχετίσει αυτές τις πληροφορίες, αποφασίζει και στέλνει εντολή για το αν πρέπει ή όχι να φάμε, ώστε να διατηρηθεί σταθερό το βάρος του σώματός μας.

Θρεπτικές ανάγκες ή διατροφικές ηδονές

Ωστόσο είναι σαφές ότι στην επιλογή και την κατανάλωση τροφών θα πρέπει να εμπλέκονται και άλλοι «ανώτεροι» μηχανισμοί του εγκεφάλου. Αυτοί επηρεάζουν σημαντικά και τελικά καθορίζουν τις διατροφικές μας συνήθειες. Ενα τέτοιο ανώτερο κέντρο αποφάσεων είναι το λεγόμενο «σύστημα ικανοποίησης και ανταμοιβής της ντοπαμίνης».

Το σύστημα αυτό ενεργοποιείται, για παράδειγμα, όταν νιώθουμε έντονη επιθυμία για ένα γλυκό μόλις έχουμε φάει. Προφανώς, η σφοδρή επιθυμία μας για ένα γλυκό δεν προκύπτει από πείνα αλλά από το σύστημα ανταμοιβής της ντοπαμίνης. Σε πολλές περιπτώσεις, η επιθυμία για ένα συγκεκριμένο είδος τροφής υπερτερεί και κυριαρχεί πάνω στην πιο στοιχειώδη ανάγκη μας για τροφή: αυτό ακριβώς συμβαίνει όταν, ενώ δεν πεινάμε, νιώθουμε την «ανεξήγητη» επιθυμία για μια εύγευστη τροφή.

Η αδυναμία μας να τιθασεύσουμε και να ελέγξουμε, για μεγάλο χρονικό διάστημα, τη λήψη τροφής για λόγους ψυχολογικής ανταμοιβής ή ικανοποίησης και όχι απλώς για την ικανοποίηση των διατροφικών μας αναγκών έχει ως συνέπεια την απορρύθμιση του ομοιοστατικού μηχανισμού του υποθαλάμου. Απορρύθμιση που έχει ως συνέπεια την αύξηση του σωματικού βάρους ή και την παχυσαρκία. Ενώ όμως γνωρίζουμε ότι ο υποθάλαμος ρυθμίζει την κατανάλωση τροφής στη βάση της θρεπτικής, δηλαδή της μεταβολικής της αξίας, δεν γνωρίζαμε με ποια κριτήρια επιλέγει τις τροφές το σύστημα ικανοποίησης-ανταμοιβής της ντοπαμίνης. Το σύστημα ανταμοιβής επιλέγει τις τροφές με βάση την ευχάριστη γεύση και την ικανοποίηση που μας προσφέρουν ή μήπως είναι και αυτό ευαίσθητο και λαμβάνει υπόψη τη θερμιδική αξία των εύγευστων τροφών;

Για να απαντήσουν σε αυτό το πολύ ενδιαφέρον ερώτημα, ο Ivan de Araujo και οι συνεργάτες του στο Πανεπιστήμιο Duke (ΗΠΑ) δημιούργησαν στο εργαστήριο μια σειρά από γενετικά τροποποιημένους ποντικούς. Αυτά τα «μεταλλαγμένα» πειραματόζωα δεν διέθεταν έναν ειδικό υποδοχέα, δηλαδή ένα ειδικό μόριο που όταν λείπει από τα κύτταρα το ζώο δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί τη γλυκιά γεύση των τροφών. Το σκεπτικό γι’ αυτή τους την επιλογή είναι αρκετά λογικό: κάθε αλλαγή στη συμπεριφορά του συστήματος ανταμοιβής των «αναίσθητων» στη γλύκα ποντικών θα πρέπει να οφείλεται αποκλειστικά στη θερμιδική-θρεπτική αξία των εύγευστων-γλυκών τροφών.

Με μια σειρά πειραμάτων, που παρουσίασαν πριν από λίγους μήνες στο εγκυρότατο περιοδικό «Neuron», κατάφεραν να αποδείξουν ότι οι γενετικά τροποποιημένοι ποντικοί είχαν μάθει να χρησιμοποιούν ζαχαρωμένο και όχι απλό νερό, όπως ακριβώς έκαναν και οι φυσιολογικοί ποντικοί. Αυτό για τον Ivan de Araujo και την ομάδα του σημαίνει ότι οργανισμοί που δεν διαθέτουν τους ειδικούς υποδοχείς για το γλυκό, μπορούν παρ’ όλα αυτά να διακρίνουν την υψηλή θρεπτική-θερμιδική αξία μιας γλυκιάς τροφής χωρίς να είναι σε θέση να τη γευθούν!

Ενα πολύ ενδιαφέρον συμπέρασμα που προκύπτει από αυτά τα πειράματα είναι ότι ίσως είναι καιρός να εγκαταλείψουμε την αποδεκτή μέχρι πρόσφατα διάκριση της διατροφής σε «βιολογική-ομοιοστατική» και «ψυχολογική-ηδονιστική». Διάκριση μάλλον παραπλανητική αφού, όταν πρόκειται για τροφή, η διαφοροποίηση της ανάγκης από την επιθυμία δεν είναι και τόσο σαφής. *

“Ελευθεροτυπία”, 2 – 03/01/2009